-
http://www.iliaoikonomia.gr/Publication date: 26/01/2026 08:05linkΜισθωτοί σε απόγνωση – Η (πραγματική) φορολόγηση στην Ελλάδα είναι η δεύτερηυψηλότερη στην Ε.Ε.!Στην προτελευταία θέση της Ευρώπης σε ό,τι αφορά τους βασικούς δείκτες που καταδεικνύουντην ευμάρεια της κοινωνικής πλειονότητας βρίσκεται η Ελλάδα κι ενώ ο χαμηλός ρυθμόςαύξησης οδηγεί στο συμπέρασμα ότι σύντομα θα μας περάσει και η τελευταία Βουλγαρία.Από τον Σπύρο Γεράρδη – Εφ. ΔημοκρατίαΟι χαμηλοί μισθοί στον ιδιωτικό τομέα, σε συνδυασμό με τις ασύλληπτες αυξήσεις στο κόστοςστέγασης, έχουν γονατίσει τα ελληνικά νοικοκυριά, ειδικά όσους είναι αναγκασμένοι να ζουνστο νοίκι.Παράλληλα,παρατηρείται πως ενώ η χώρα τα τελευταία τρίμηνα καταγράφει υψηλότερουςρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης από τον μέσο όρο της Ε.Ε., ο οποίος αντανακλά κυρίως τηστασιμότητα των μεγάλων οικονομιών (Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία), ωστόσο, η επίδοση τηςΕλλάδας υπολείπεται συγκρίσιμων χωρών. Αρκετές εξ αυτών καταγράφουν σαφώςυψηλότερους ρυθμούς, γεγονός που αποκαλύπτει τη σχετική υστέρηση της ελληνικήςοικονομίας.Τα στοιχεία από την ενδιάμεση έκθεση §του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ για την §ελληνικήοικονομία είναι αποκαλυπτικά: Το χάσμα στο επίπεδο ευημερίας μεταξύ Ελλάδας και Ε.Ε.παραμένει εξαιρετικά υψηλό. Το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην Ελλάδα ανήλθε το 2019σε 17.210 ευρώ, έναντι 32.270 ευρώ στην Ε.Ε., ενώ το 2024 η απόκλιση παραμένει §περίπουστα 14.600 ευρώ. Παρά την ανάκαμψη που σημειώθηκε μετά το 2021, η απόσταση από τονευρωπαϊκό μέσο όρο δεν περιορίζεται, γεγονός που δείχνει ότι οι ρυθμοί μεγέθυνσης δενεπαρκούν για ουσιαστική σύγκλιση του βιοτικού επιπέδου.Το κατά κεφαλήν §ΑΕΠ της Ελλάδας σε μονάδες αγοραστικής δύναμης (PPS) ανήλθεαπό§65,5% του μέσου όρου της Ε.Ε. το 2019 σε 68,5% το 2024. Παράλληλα, σε σύγκριση μετις χώρες της ανατολικής Ευρώπης, η Ελλάδα υπολείπεται χωρών όπως η Τσεχία (90,6%), ηΛιθουανία (87,5%), η Εσθονία (79,0%) και η Πολωνία (78,4%), ενώ συγκρίνεται §κυρίως με τηΛετονία (68,4%). Η Ρουμανία (77%) είναι σαφώς σε §υψηλότερη θέση από την Ελλάδα, η οποίαυπερβαίνει μόνο τη Βουλγαρία (65,9%). Αξίζει να σημειωθεί ότι την περίοδο 2019-2024 ηΕλλάδα βελτίωσε τη θέση της κατά μόλις τρεις ποσοστιαίες μονάδες, έναντι 11 ποσοστιαίωνμονάδων της Βουλγαρίας, γεγονός που καταδεικνύει §ασθενέστερη δυναμική σύγκλισης.Οκτώ και πλέον §χρόνια μετά την έξοδο της χώρας από τα προγράμματαοικονομικής §προσαρμογής και παρά την επιστροφή της οικονομίας σε θετικούς ρυθμούςμεγέθυνσης, οι επιδόσεις της αγοράς εργασίας, αν και βελτιωμένες τα τελευταία έτη,συνεχίζουν να απέχουν αρκετά από τον §ευρωπαϊκό μέσο όρο. Ακόμα πιο ανησυχητικό, όμως,είναι το γεγονός ότι η§ Ελλάδα, εξαιτίας θεσμικών και αναπτυξιακών εμπλοκών πουπαρουσιάζει, υπολείπεται σημαντικά ακόμα και έναντι κρατών-μελών της κεντρικής καιανατολικής Ευρώπης και των Βαλκανίων σε μια σειρά κρίσιμους δείκτες της αγοράς εργασίαςκαι των συνθηκών§ διαβίωσης των εργαζομένων.Ενδεικτικά, το γ’ τρίμηνο του 2025 το ποσοστό απασχόλησης στη χώρα μας διαμορφώθηκεστο 65,6%, επίπεδο 5,7 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερο του μέσου όρου της Ε.Ε. και 8,5 και0,8 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερο του μέσου ποσοστού απασχόλησης στα κράτητης κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης και των Βαλκανίων, αντίστοιχα. Το ίδιο διάστημα τοποσοστό υποαπόδοσης της αγοράς εργασίας στην Ελλάδα, αν και μειώθηκε στο 11,6%,παρέμεινε αρκετά υψηλότερο έναντι του μέσου ποσοστού των κρατών-μελών της κεντρικήςκαι§ανατολικής Ευρώπης§(6,2%) και της Βαλκανικής (8%).Επιπλέον, το 2024 το ποσοστό των απασχολουμένων στους κλάδους της βιομηχανίας
-
διαμορφώθηκε στη χώρα μας στο 12,2%, οριακά αυξημένο σε σχέση με το 2019, αλλά 0,9ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερο του 2009. Συγκρινόμενη με την αντίστοιχη στα υπόλοιπαυπό εξέταση κράτη-μέλη της Ε.Ε., η επίδοση αυτή προκαλεί έντονο προβληματισμό.Ειδικότερα, στις χώρες της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης το αντίστοιχο μέσο ποσοστόήταν 23,2%, στις οικονομίες των Βαλκανίων 21,6%, ενώ στις χώρες της περιφέρειας (Ισπανία,Πορτογαλία και Ιταλία) 17,3%. Αντίστοιχες αποκλίσεις εντοπίζονται και όσον αφοράτο ποσοστό όσων εργάζονται σε κλάδους της μεταποίησης υψηλής και μέσης προς υψηλήτεχνολογίας, καθώς και ευρύτερα σε κλάδους υψηλής τεχνολογίας.Το ποσοστό δαπανών στέγασης στο διαθέσιμο εισόδημα ανερχόταν το 2024§στο 35,5%,ποσοστό μειωμένο συγκριτικά με το 2019, με διαφορά όμως το υψηλότερο μεταξύ τωνκρατών-μελών της Ε.Ε. Τα μονοπρόσωπα νοικοκυριά στην Ελλάδα δαπανούσαν το 51,1%του διαθέσιμου εισοδήματός τους για να καλύψουν τις στεγαστικές τους ανάγκες, ενώ τατετραμελή νοικοκυριά (δύο ενήλικες με δύο εξαρτώμενα παιδιά) δαπανούσαν το 34,8% τουδιαθέσιμου εισοδήματός τους. Οι επιδόσεις αυτές αποτελούν τις χειρότερες μεταξύτων κρατών-μελών της Ε.Ε.Συνολικά το ποσοστό του πληθυσμού που διαβιούσε το 2024 σε νοικοκυριά με το στεγαστικόκόστος να είναι μεγαλύτερο του 40% του διαθέσιμου εισοδήματός τους ανερχόταν στο 28,9%(έναντι 36,2% το 2019), παραμένοντας το υψηλότερο μεταξύ των κρατών-μελών τηςΕ.Ε. Επιπρόσθετα, το κόστος στέγασης στη χώρα μας έχει δυσανάλογη επίδραση στηνευημερία των πολιτών διαφορετικής εισοδηματικής κατάστασης. Ενδεικτικά το 2024 για ταάτομα που ανήκαν στο φτωχότερο εισοδηματικό πεμπτημόριο το ποσοστό υπερβολικήςεπιβάρυνσης του κόστους στέγασης ανερχόταν στο 88,6% (έναντι 27,8% στην Ε.Ε.), ενώ γιατα πλουσιότερα άτομα στο 1,4% (συγκριτικά με 0,7% στην Ε.Ε.).Σημαντικές, όμως, είναι και οι αποκλίσεις που αφορούν τις αποδοχές των εργαζομένων.Ειδικότερα ενώ το 2009 ο μέσος ετήσιος μισθός στη χώρα μας σε όρους PPS (22.107)αντιστοιχούσε στο 91,8% του μέσου ευρωπαϊκού (24.087), το 2019 η αναλογία αυτήμειώθηκε στο 61,2% (18.204 στην Ελλάδα, έναντι 29.738 στην Ε.Ε.), ενώ το§2024διαμορφώθηκε ακόμα χαμηλότερα στο 59,1% (21.486 στην Ελλάδα, έναντι 36.382 στην Ε.Ε.).Η εικόνα παραμένει εξίσου προβληματική, αν σταθμίζουμε τις συνολικές αποδοχές τωνμισθωτών με τις ώρες εργασίας τους. Ειδικότερα το μέσο ωρομίσθιο των εργαζομένων σεόρους PPS ανερχόταν το 2024 στη χώρα μας σε 11,3, όταν στις χώρες της κεντρικής καιανατολικής Ευρώπης§ήταν 15,3, στα κράτη-μέλη των Βαλκανίων 18,1 και στις οικονομίες§τηςπεριφέρειας 20,4.Σημειώνεται ότι οι συνθήκες υποαμοιβής των μισθωτών στη χώρα μας καλύπτουν σχεδόνόλους τους τομείς οικονομικής δραστηριότητας. Ενδεικτικά, το 2024 στους κλάδους τηςβιομηχανίας (πλην κατασκευών) το μέσο ωρομίσθιο σε όρους PPS στην Ελλάδαδιαμορφώθηκε σε 14,1, όταν στις χώρες της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης ήταν§15,1, στακράτη-μέλη των Βαλκανίων 15,2 και στις οικονομίες της περιφέρειας 21,4.Επίσης, το§ίδιο έτος στις υπηρεσίες οι ωριαίες αποδοχές των μισθωτών στην Ελλάδα σε όρουςPPS αντιστοιχούσαν μόλις στο 72% του αντίστοιχου μέσου επιπέδου των χωρών της κεντρικήςκαι ανατολικής Ευρώπης, στο 56,5% των κρατών-μελών των Βαλκανίων και στο 54,4%§τωνοικονομιών της περιφέρειας. Σημαντικές μισθολογικές αποκλίσεις παρατηρούνται ακόμα και σεκλάδους στους οποίους η χώρα μας εμφανίζει σχετικά υψηλή συγκέντρωση απασχόλησης,όπως το χονδρικό και λιανικό εμπόριο και οι υπηρεσίες παροχής καταλύματος και υπηρεσιώνεστίασης.Ακόμα μία έρευνα γκρεμίζει το κυβερνητικό αφήγημα περί ανάπτυξης και φορολογικής ανάσαςπου έχουν δώσει μέτρα στήριξης της ΔΕΘ. Νέα μελέτη του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών
-
http://www.iliaoikonomia.gr/Publication date: 26/01/2026 08:05link(ΚΕΦΙΜ) παρουσιάζει πως η πραγματική φορολόγηση της εργασίας στην Ελλάδα είναι ηδεύτερη υψηλότερη στην Ευρωπαϊκή Ενωση, ενώ υψηλότερη από τον μέσο ευρωπαϊκό όροείναι και η φορολόγηση της κατανάλωσης.Η ανάλυση βασίζεται στα πιο πρόσφατα διαθέσιμα στοιχεία της Eurostat.§Ο πραγματικόςφορολογικός συντελεστής της εργασίας -που περιλαμβάνει τον φόρο εισοδήματος και τιςασφαλιστικές εισφορές εργαζομένων και εργοδοτών- διαμορφώθηκε στο 40,5% στην Ελλάδατο 2023, ελαφρά υψηλότερα από το 40,2%§του 2019. Ο συντελεστής αυτός είναι ο δεύτεροςυψηλότερος μετά την Ιταλία, ενώ είναι υψηλότερος κατά 3,5 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση μετον μέσο όρο των 27 χωρών της Ε.Ε. και αποτυπώνει μια διαρθρωτική μετατόπιση τηςφορολογικής επιβάρυνσης στην εργασία σε σχέση με την προ κρίσης περίοδο.Αντίστοιχα, ο πραγματικός φορολογικός συντελεστής στην κατανάλωση ανήλθε το 2023 στο17,8%, επίπεδο κατά 2,4 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ε.Ε. ΗΕλλάδα κατατάσσεται στη 14η θέση μεταξύ των χωρών της Ενωσης, ωστόσο η σύγκριση μετο§2009 καταδεικνύει μια σαφή μετακίνηση από καθεστώς χαμηλής φορολόγησης τηςκατανάλωσης σε καθεστώς υψηλότερης και παγιωμένης επιβάρυνσης.Η μελέτη αναδεικνύει ότι, παρά τις μειώσεις ονομαστικών φορολογικών συντελεστών καιασφαλιστικών εισφορών μετά το 2019, η συνολική πραγματική φορολογική επιβάρυνση τηςεργασίας παραμένει υψηλή, κυρίως λόγω του πληθωρισμού και της μη τιμαριθμοποίησης τηςφορολογικής κλίμακας, η οποία οδηγεί στο φαινόμενο της δημοσιονομικής ολίσθησης, πουμετακινεί φορολογουμένους σε υψηλότερα φορολογικά κλιμάκια χωρίς αντίστοιχη αύξηση τηςαγοραστικής τους δύναμης.Τα πρόσφατα μέτρα αναμόρφωσης της φορολογικής κλίμακας που ανακοινώθηκαν στη ΔΕΘκαι ισχύουν από φέτος «αντιμετωπίζουν εν μέρει το πρόβλημα της υψηλής φορολόγησης τηςεργασίας που αναλύθηκε, ωστόσο μια πιο ουσιαστική και διαρθρωτική λύση θα απαιτούσετην τιμαριθμοποίηση της φορολογικής κλίμακας και περαιτέρω μείωση της προοδευτικότητας,ιδίως στα ανώτερα εισοδηματικά κλιμάκια», σύμφωνα με το ΚΕΦΙΜ.Παρότι η μεταφορά του ανώτατου φορολογικού συντελεστή 44%§από τα 40.000 στα 60.000ευρώ το 2026 περιορίζει εν μέρει το πρόβλημα, η συνολική επιβάρυνση παραμένει υψηλή,παρότι η Ελλάδα κατατάσσεται περίπου στο μέσο των ευρωπαϊκών οικονομιών ως προς τούψος του ανώτατου οριακού φορολογικού συντελεστή εισοδήματος το 2025.Ωστόσο, σε αντίθεση με πολλές άλλες χώρες, ο συγκεκριμένος συντελεστής εφαρμόζεται απόσχετικά χαμηλό επίπεδο εισοδήματος, γεγονός που σημαίνει ότι φορολογούμενοι μεεισοδήματα που δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ιδιαίτερα υψηλά εισέρχονται νωρίς στοανώτατο φορολογικό κλιμάκιο. Το γεγονός ότι ο ανώτατος συντελεστής ενεργοποιείται ήδη στα60.000 ευρώ, σε συνδυασμό με τις υψηλές ασφαλιστικές εισφορές, ακόμη και μετά τις μειώσειςτους, διατηρεί ισχυρά αντικίνητρα για την προσέλκυση και την παραμονή ανώτερων στελεχώνυψηλής παραγωγικότητας στην Ελλάδα, σημειώνει η μελέτη.
-
-
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
- Εργατοϋπαλληλικό Κέντρο Γρεβενών
- Uncategorised
- Εμφανίσεις: 20
