https://www.in.gr/
Publication date: 28/03/2026 11:31
Similar Stats ranking (Greece): 45
link
Κατώτατος μισθός: Γιατί η αύξηση στα 920 ευρώ δεν αρκεί για την αντιμετώπιση της
ακρίβειας
Η Ελλάδα παραμένει στο πάτο της αγοραστικής δύναμης στην Ευρώπη παρά την αύξηση του
κατώτατου Αλέξανδρος Κλώσσας
Η αύξηση του κατώτατου μισθού στα 920 ευρώ μικτά από την 1η Απριλίου δίνει ένα καθαρό
σήμα ότι η κυβέρνηση επιχειρεί να ενισχύσει το εισόδημα σε μια περίοδο που ο πόλεμος στη
Μέση Ανατολή ξαναφέρνει πίεση στην ενέργεια και στις τιμές. Η ίδια η κυβέρνηση παραδέχεται
ότι η διεθνής κρίση τροφοδοτεί νέο κύμα ακρίβειας και συνοδεύει την αύξηση με Fuel Pass,
επιδότηση λιπασμάτων και παρεμβάσεις στην αγορά ακτοπλοϊκών εισιτηρίων.
Όμως το πρόβλημα για τα νοικοκυριά βρίσκεται αλλού, καθώς οι ονομαστικές αυξήσεις
κινούνται με πιο αργό ρυθμό από την αύξηση του κόστους ζωής, σε μια οικονομία που τα
στοιχεία της Eurostat δείχνουν οτι έχει τη χαμηλότερη αγοραστική δύναμη στην Ευρωζώνη.
Η Eurostat κατέγραψε για το 2025 ότι η Ελλάδα βρίσκεται μαζί με τη Βουλγαρία στο 68% του
μέσου όρου της Ε.Ε. σε κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε μονάδες αγοραστικής δύναμης (PPS),
τελευταίες στην E.E. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και όταν οι μισθοί αυξάνονται, η πραγματική
ικανότητα αγοράς αγαθών και υπηρεσιών παραμένει ασθενής σε σύγκριση με την υπόλοιπη
Ευρώπη. Η αύξηση των 40 ευρώ μικτά στον κατώτατο μισθό μεταφράζεται σε σαφές όφελος
για τον εργαζόμενο, αλλά περιορισμένο, την ώρα που τα νοικοκυριά έχουν απέναντί τους
ακριβότερη ενέργεια, στέγαση και τρόφιμα. Γι’ αυτό και η κυβερνητική απόφαση μπορεί να
βελτιώνει τον ονομαστικό μισθό, αλλά δεν αρκεί από μόνη της για να κλείσει το χάσμα
αγοραστικής δύναμης που καταγράφουν οι ευρωπαϊκοί δείκτες.
Το παρασκήνιο της συζήτησης δείχνει ακριβώς αυτό το αδιέξοδο. Από τη μία πλευρά, το
Μέγαρο Μαξίμου θέλει να δείξει ότι τηρεί τη δέσμευση για σταδιακή άνοδο του κατώτατου
μισθού προς τα 950 ευρώ το 2027. Από την άλλη, εργοδοτικοί φορείς αποδέχονται την αύξηση
αλλα συνεχίζουν να ζητούν± μείωση του μη μισθολογικού κόστους και πρόσθετη στήριξη των
μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Χαρακτηριστικό είναι ότι η ΓΣΕΕ επιμένει ότι το πραγματικό όριο
αξιοπρεπούς διαβίωσης για το 2026 είναι 1.052 ευρώ μικτά. Στην πράξη, δηλαδή, κυβέρνηση,
εργοδότες και συνδικάτα ξεκινούν από διαφορετικές αφετηρίες, αλλά συγκλίνουν στο οτι το
πρόβλημα δεν είναι πια μόνο το ύψος του κατώτατου μισθού, αλλά η ταχύτητα με την οποία η
ακρίβεια εξαφανίζει κάθε νέα αύξηση.
Η ταχύτητα των αυξήσεων
Η κυβερνητική επιχειρηματολογία στηρίζεται στο ότι η νέα αύξηση είναι η έκτη διαδοχική τα
τελευταία χρόνια, ο οικογενειακός λογαριασμός όμως σήμερα διαμορφώνεται από ακριβότερα
καύσιμα, επιβαρυμένη ενέργεια, ακριβότερη στέγαση και επίμονα ακριβό καλάθι τροφίμων.
Αυτό από μόνο του δείχνει ότι η αύξηση του μισθού δεν δίνεται σε «κανονικές» συνθήκες, αλλά
ως άμυνα απέναντι σε μια νέα κρίση κόστους ζωής.
Στις παρασκηνιακές συζητήσεις μεταξύ στελεχών της αγοράς και κυβερνητικών παραγόντων, η
λέξη που επανέρχεται είναι η χρονική υστέρηση των αντιδράσεων. Οι μισθοί αυξάνονται μία
φορά, ενώ η ακρίβεια λειτουργεί καθημερινά και σωρευτικά. Μια επιχείρηση μπορεί να δει
θετικά την ενίσχυση της κατανάλωσης για λίγες εβδομάδες, αλλά γνωρίζει ότι αν το ενεργειακό
κόστος παραμείνει ψηλά, η επίδραση θα απορροφηθεί γρήγορα από τους λογαριασμούς και τις
ανατιμήσεις. Γι’ αυτό και η εργοδοτική πλευρά, παρότι χαιρετίζει την αύξηση, ζητά σχεδόν
ομόφωνα αντισταθμιστικά μέτρα, όπως η μείωση μη μισθολογικού κόστους, ελαφρύνσεις
φόρων και στήριξη των μικρομεσαίων που καλούνται να πληρώσουν ταυτόχρονα ακριβότερη
ενέργεια, ακριβότερα ενοίκια και υψηλότερες μισθολογικές υποχρεώσεις.
Το σκληρό μέτρο σύγκρισης